"Σαν οι αγωνιστές ενάντια στην αδικία δείχνουν τα πληγωμένα πρόσωπά τους
Είναι η ανυπομονησία αυτών που ζούσανε στη σιγουριά μεγάλη.
Γιατί γίνεστε ενοχλητικοί; ρωτάνε. Ενάντια στην αδικία αγωνιστήκατε!
Τώρα σας νίκησε. Λοιπόν, σιωπή!
Όποιος αγωνίζεται, λένε, πρέπει να ξέρει και να χάνει
Όποιος τη σύγκρουση γυρεύει βάζει σε κίνδυνο τον εαυτό του
Όποιος με τη βία πορεύεται δεν επιτρέπεται τη βία να ενοχοποιεί.
Αχ, φίλοι εσείς, σιγουρεμένοι, γιατί είσαστε τόσο εχτρικοί;
Είμαστε εμείς οι εχτροί σας; Εμείς που εχτροί της αδικίας είμαστε;
Κι όταν νικούνται αυτοί που ενάντια στην αδικία παλεύουν
Πάλι δεν έχει η αδικία δίκιο!!
Η ήττα μας δεν αποδείχνει τίποτ' άλλο, πέρα απ' το ό,τι
παρά είμαστε λίγοι όσοι αγωνιζόμαστε ενάντια στην προστυχιά.
Και περιμένουμε απ' τους θεατές, τουλάχιστον να ντρέπονται!”
Μπέρτολτ Μπρεχτ
{Αφιερωμένο στους πρώην στους νυν και στους αεί Συντρόφους}
Από κάπου ακούγονται σειρήνες περιπολικών. Ο ήχος από το ρόλοι δείχνει ότι είναι περασμένες μια. Το λιγοστό φως από το ταβάνι τους λούζει αρκετά ώστε να βλέπει ο ένας τον άλλον. Η γυναίκα κοιτάζει τον άνδρα στα μάτια. Εκείνη μια κοκκινομάλλα όχι παραπάνω από πενήντα πέντε χρόνων, εκείνος γύρω στα τριάντα πέντε αλλά αρκετά μικρότερος στην εξωτερική του όψη. Τα μάτια του κρυμμένα πίσω από ένα λεπτό , μαύρο σκελετό, τα χείλη του μωβ.
Ξαφνικά, χτυπάει το τηλέφωνο. Ο άνδρας κάνει την κίνηση να το σηκώσει.
Η γυναίκα βάζει το χέρι της πάνω από το δικό του. Τον κοιτάζει με αγάπη στα μάτια.
-Θα μπορούσες να πυροβολήσεις με ανοικτά τα μάτια ένα παιδί ;
-Αν μου το έλεγε η οργάνωση θα μπορούσα.
-Θα μπορούσες να πυροβολήσεις με ανοικτά τα μάτια ένα πατέρα μέσα στο πλήθος ;
-Αν μου το έλεγε η οργάνωση θα μπορούσα.
-Θα μπορούσες να πυροβολήσεις με ανοικτά τα μάτια μέσα στο σκοτάδι έναν γιο ;
-Αν μου το έλεγε η οργάνωση θα μπορούσα.
-Και εγώ σου λέω ότι είσαι πολύ δειλός για να τα κάνεις όλα αυτά.
Θέλεις να αποδείξεις πως είσαι ο τιμωρός των κακών, ενώ κατά βάθος είσαι ένα μικρό κακομαθημένο παιδί.
-Μην τον τραβάς το σκοινί , Μάρθα.
-Δεν το τραβάω , Χρήστο. Απλά εσύ δεν ξέρεις να κάνεις καλή ισορροπία στο φθαρμένο από το χρόνο σχοινί που περπατάς. Πότε επιτέλους θα μάθεις να περπατάς, δίχως να χάνεις την υπομονή σου ; Δίχως να χάνεις το λογικό σου και την ορθή σου κρίση για τους ανθρώπους και να μάθεις να μαζεύεις τον θυμό σου και αμέσως να τον διώχνεις, πότε θα μάθεις επιτέλους ότι το παιδικό κουστούμι που σου έραψαν μικρός δεν σου κάνει πια και ότι μεγάλωσες ;
Τα χέρια του ψάχνουν τις τσέπες του, πιάνει την κασετίνα του με τα αρχικά του.
Τα μάτια της καστανά αγριεύουν περισσότερο.
Τα αδυνατισμένα μάγουλα του αποκτούν ένα κόκκινο χρώμα.
Πάντα έτσι γίνεται όταν αρχίζει να θυμώνει.
Ξαφνικά ανακάλυψε ο Χρήστος ότι ήταν ανόητο να φορά γάντια μέσα Μαρτίου.
Άλλωστε τα δαχτυλικά του αποτυπώματα είχαν χαλάσει προ πολλού, όταν έτριβε τα πατώματα του στρατώνα με γυμνά χέρια πριν χρόνια.
-Κοίτα βλέπεις δεν φαίνεται τίποτα.
Της κολλάει τον καρπό του στα μάτια της , τα οποία είχαν βγάλει ένα χρώμα κόκκινο σαν αίμα.
-Φοβάσαι να κοιτάξεις ;
-Όχι του απαντά ορθά κοφτά.
-Δεν φαίνεται το ξυράφι τότε, στα δεκαεφτά όταν ήθελα να δώσω μια και να τα τινάξω όλα στον αέρα.
-Γιατί ;
-Δεν με καταλαβαίνανε , δεν ταιριάζαμε από τότε στα πέντε.
-Γιατί ;
-Μήπως τους το είπες με λόγια ;
-Ναι
-Μήπως θέλανε έργα και όχι λόγια ; Μήπως δεν ήθελαν να αλλάξεις το σύστημα ;
-Ω ναι.
-Και εσύ προτίμησες να φύγεις από την ζωή;
-Ναι
-Ξύπνα και ζήσε την ζωή σου, Χρήστο. Ζήσε την ζωή σου. Όπως μπορείς όσο μπορείς καλύτερα για σένα, πριν είναι αργά που νομίζω πως είναι.
-Το παλεύω.
Το τηλέφωνο ξανά χτυπά.
-Λοιπόν ; την ρωτάει με ένα τρέμουλο στα χείλη.
Εκείνη έχει πετρώσει. Και τον κοιτάζει.
Βγάζει ένα τσιγάρο από την ασημένια κασετίνα του, με τα αρχικά του. Το αριστερό χέρι του αρχίζει να τρέμει ενώ τα μωβ χείλη του υποδέχονται το τσιγάρο στο στόμα. Το δεξί του χέρι ψάχνει τον αναπτήρα του , τελικά το ανάβει.
Του αρπάζει το τσιγάρο από το στόμα. Τραβά μια τζούρα από το τσιγάρο και ο καπνός ανέβηκε στο φως. Τον κοιτάζει , εκείνος είναι έτοιμος να την χαστουκίσει.
-Πάμε για άλλη μια μάχη. Τον κοιτάζει με μια ηρεμία.
-Όχι, δεν πάμε.
Από τα μάτια του κυλάνε δάκρυα.
-Που θέλεις να πάμε ; τον ρωτάει
-Πάμε μια βόλτα στον Λόφο; της απαντά με ένα παιδικό χαμόγελο.
-Πάμε.
Βγαίνουν από το μικρό δωμάτιο, σβήνουν το φως , η βροχή έχει δυναμώσει για τα καλά και το τηλέφωνο αρχίζει να χτυπά σαν υστερικό. Ύστερα από μερικά χτυπήματα ακούγεται μια φωνή που αφήνει μήνυμα στον τηλεφωνητή.
- Χρήστο , Μάρθα οι μπάτσοι εκτέλεσαν εν ψυχρώ τον Διομήδη. Θέλουμε την βοήθεια σας.
Την ίδια ώρα ο Χρήστος και η Μάρθα ανεβαίνουν τον Λόφο. Τελικά το νέο κουστούμι του πάει καλύτερα. Και τη θέα μαγική έχει η Αθήνα από τον Λόφο.
-Τελικά ο Λόφος είναι το ιδανικό μέρος για να δεις την Αθήνα από ψηλά της λέει λαχανιασμένος καθώς φτάνουν στο υψηλότερο σημείο του Λόφου.
-Πάντα να βλέπεις τα πράγματα και από τις δυο πλευρές και εσύ να είσαι κριτής το τι θα γίνει με γνώμονα το δικό σου συμφέρον.
Του απαντά με ένα χαμόγελο, παιδικό μιας και της λείπουν δυο δόντια από την δεξιά πλευρά…
Χαμογελάνε , πιασμένοι από την μέση ενώ η βροχή τους λούζει. Και στο βάθος ακούγονται οι σειρήνες των περιπολικών.