
Ο Σταύρος ήταν ένας άνθρωπος μοναχικός, δεν είχε παντρευτεί, δεν είχε συγγενείς, και όλοι οι γνωστοί του και οι φίλοι του προέρχονταν από την εργασία του. Όμως είχε έναν φίλο, έναν τριχωτό φίλο. Θυμόταν πως τον είχε βρει μια μέρα που έβρεχε πολύ, σε ένα υγρό, στενό, σκοτεινό δρόμο της μεγαλούπολης που ζούσε, έτυχε να άκουσει ένα αχνό κλάμα, χώθηκε διστακτικά μέσα στο σκοτάδι προσπαθώντας να βρει από που ερχόταν ο ήχος. Ένα μικρό κουβαράκι φάνηκε να κουνιέται, ανάσαινε αργά, το πλησίασε, το πλασματάκι έκανε να φύγει όμως προδωμένο από ώρα από τις δυνάμεις του έκατσε να υπομείνει την μοίρα του όποια και αν ήταν αυτή. Όμως ο Σταύρος το έπιασε απαλά με τα χέρια του, φοβόταν να βάλει δύναμη, έδειχνε τόσο εύθραστο. Το πήρε - είπε - προσωρινά, ώσπου να του βρει ένα σπίτι. Το μικρό κουταβάκι όμως μεγάλωσε, πήρε και έδωσε αγάπη στον φίλο του. Κάθε πρωί ο Σταύρος έφευγε για την δουλειά του και ο Βύρωνας - το όνομα του σκύλου αφού τον είχαν βρει σε μια οδό που ονομαζόταν λόρδου Βύρωνος - τον ακολούθαγε μέχρι τον σταθμό του Μετρό, εκεί ο Σταύρος τον χάιδευε στην μουσούδα, ο Βύρωνας τον έγλειφε στα χέρια και χωρίζαν μέχρι τις έξι με επτά, τις ώρες που γύρναγε ο Σταύρος από την δουλειά του. Ο Βύρωνας όλες αυτές τις ώρες γύρναγε στην πόλη, πέρναγε από τα στέκια του - καμιά φορά πέρναγε και από την οδό λόρδου Βύρωνος, στεκόταν λίγο και έφευγε χωρίς ποτέ να την διαβή, μετά έψαχνε να βρει χάδια, κάποιον να του δώσει μια λιχουδιά, ενώ είχε και έναν φίλο σε μια καφετέρια που όποτε πήγαινε του έδινε πάντα ένα μπισκότο που τόσο του άρεσε. Όταν η ώρα πλησίαζε έξι ο Βύρωνας ήδη είχε τελειώσει την βόλτα του και στεκόταν έξω από τον σταθμό περιμένοντας τον Σταύρο, και ο Σταύρος πάντα ερχόταν με χάδια και κουλούρια στα χέρια - πολύ τους άρεσαν τα κουλούρια και των δύο. Αυτή ήταν η καθημερινότητα τους. Μια μέρα όμως οι ώρες πέρναγαν, ο Σταύρος δεν είχε έρθει και ο Βύρωνας στεκόταν εκεί, ακούνητος. Ήρθε το βράδυ και ο Σταύρος δεν είχε έρθει, ο Βύρωνας όμως ήταν εκεί ακίνητος, δεν μπορεί θα άργησε, σκέφτηκε με την σκυλίσια σκέψη του. Όμως εκτός από τις ώρες άρχισαν να περνάν και οι μέρες. Ο κόσμος άρχισε να δίνει σημασία σε αυτό τον περίεργο σκύλο που στεκόταν εκεί μέρες τώρα ακούνητος, περιμένοντας, ποιός ξέρει τι. Άρχισαν λίγο, λίγο να του αφήνουν φαγητό, γιατί ο Βύρωνας είχε αρχίσει να αδυνατίζει. Αυτός απλός κούναγε την ουρά του όμως το βλέμα του ήταν καρφωμένο στην έξοδο του σταθμού. Κάποια στιγμή από τον σταθμό πέρασε και ο σερβιτόρος του καφέ που γνώριζε τον Βύρωνα, είδε γύρω του κροκέτες, κουλούρια, ένα τάπερ με νερό, λίγα μακαρόνια, όμως ο Βύρωνας ήταν μισός από όσο τον είχε γνωρίσει. Βρε φίλε, του έκανε σκύβοντας κοντά του, από τα λυπημένα μάτια του Βύρωνα σαν να πέρασε μια λάμψη όμως σχεδόν αμέσως γύρισε το βλέμα του στην έξοδο του σταθμού. Έτσι πέρασαν τα χρόνια, ο Βύρωνας έγινε ο σκύλος του σταθμού όμως όχι για πολύ αφού κάποια χρονία που έβρεχε πολύ άφησε τα βλέφαρα του να κλείσουν από την κούραση των χρόνων. Δεν θα ξανάβλεπε πια την έξοδο του σταθμού όμως για καλή του τύχη θα ξανάβλεπε τον Σταύρο που τον περίμενε υπομονετικά εκεί ψηλά στα σύννεφα που είχε ταξιδέψει και αυτός, επιτέλους θα ξαναέπαιζαν μαζί. Ο κόσμος που πέρναγε από τον σταθμό λυπήθηκε με την απουσία του Βύρωνα, τον θυμόντουσαν για λίγους μήνες, άλλοι τον είχαν στο μυαλό τους για χρόνια. Κάποιοι είχαν την ιδέα να στήσουν ένα μικρό μαρμάρινο μνημείο για τον πιο πιστό φίλο του ανθρώπου. Ο Σταύρος με τον Βύρωνα χαιρόντουσαν που τα έβλεπαν αυτά από εκεί ψηλά που βρίσκονταν, του χάιδεψε την μουσούδα και αυτός κούνισε χαρούμενα την ουρά του.